At, avrat, Yunan guard

Tου Aρη Μπάρκα/ barkas@eurohoops.net

Οι οπαδοί της Φενέρμπαχτσε και όσοι παρακολοθούν μπάσκετ στη γειτονική χώρα, και πια είναι πάρα πολλοί, έχουν παραλλάξει το συγκεκριμένο ρητό, ειδικά μετά τον τελικό της Ευρωλίγκας του 2016, όπου ο Κώστας Σλούκας έκανε όργια, έστω κι αν η Φενέρμπαχτσε ηττήθηκε. “Αt, avrat, Yunan guard”, είναι αυτό που λένε συχνά, ότι δηλαδή για να κάνεις κάτι στο μπάσκετ και ειδικά στην Ευρωλίγκα πρέπει να έχεις Έλληνα γκαρντ.

Το “όπλο”, το μέσο για να πετύχεις το στόχο σου, είναι ο Έλληνας γκαρντ.

Πρόκειται για μία ακόμα ένδειξη του τι πραγματικά είναι το ελληνικό μπάσκετ, τι αξία και τι αντιμετώπιση έχει.

Είναι γεγονός ότι η εικόνα της εθνικής ομάδας στην Φινλανδία ήταν το λιγότερο απογοητευτική. Είναι γεγονός ότι οι αδυναμίες του ρόστερ – από το οποίο δεν λείπει μόνο ο Γιάννης Αντετοκούνμπο, αλλά και παίχτες που μπορούν να έχουν ουσιαστική συνεισφορά στο μέλλον, δηλαδή ο Κώστας Κουφός, ο Τάιλερ Ντόρσεϊ και ο Ζακ Ογκουστ – είναι σημαντικότατες.

Είναι αλήθεια ότι ο Κώστας Μίσσας υπονομεύτηκε από την ίδια την ομοσπονδία με τον τρόπο που επιλέχθηκε κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή, επειδή δεν υπήρχε άλλος να βγάλει το φίδι από την τρύπα.

Και είναι επίσης δεδομένο ότι στον αθλητισμό υπάρχει και η αποτυχία που μπορεί να είναι αποτέλεσμα πολλών διαφορετικών πραγμάτων.

Αυτό που, όμως, δεν δικαιολογείται σε καμία περίπτωση είναι η απαξίωση παικτών που έχουν αποδείξει για χρόνια τώρα ότι ανήκουν τουλάχιστον στο κορυφαίο επίπεδο της Ευρώπης.

Μπορεί να μην έχουν όλοι τους χημεία, μπορεί να μην έχουν δυνάμεις, μπορεί να μην έχουν διάθεση. Είναι αδιανόητο, ωστόσο, μια εθνική ομάδα που αποτελείται από πρωταθλητές Ευρώπης και πρωταγωνιστές στο επίπεδο της Ευρωλίγκας ξαφνικά να χαρακτηρίζεται “ατάλαντη”.

Το “μέτρια”, επειδή αφορά το τρόπο που αγωνίζεται και είναι συγκριτικό μέγεθος σε σχέση με τις υπόλοιπες του τουρνουά ή και με τις εθνικές ομάδες του παρελθόντος, μπορεί να αποτελέσει έστω ένα θέμα προς συζήτηση. Στο κάτω, κάτω η πρόκριση στα προημιτελικά δεν είναι κάποια τεράστια επιτυχία για το ελληνικό μπάσκετ.

Παρόλα αυτά είναι προφανές ότι η ελληνική παράδοση των εξαιρετικών γκαρντ έχει δύο άξιους συνεχιστές που αγωνίζονται σε αυτή την ομάδα, τον Κώστα Σλούκα και τον Νικ Καλάθη, που σε μια δύσκολη καμπή για την Εθνική βγήκαν μπροστά και έδειξαν το υπό αμφισβήτηση ταλέντο τους.

Η διαφορά μεταξύ των δύο είναι επίσης προφανής. Ο Σλούκας έχει πολύ μεγαλύτερη ικανότητα στο σουτ και σε σχέση με τους προκατόχους του στην Εθνική έχει ίσως μεγαλύτερη ανάγκη να νοιώσει στήριξη και εμπιστοσύνη για να αποδώσει αυτό που μπορεί.

Ό,τι κι αν συμβεί από εδώ και πέρα στο τουρνουά, είναι δεδομένο ότι ο Σλούκας θα αποτελέσει σημείο αναφοράς στην ομάδα για το παρόν και το μέλλον και πως συμπληρώνεται ιδανικά με τον Καλάθη, ο οποίος είναι παρεξηγημένος λόγω της αδυναμίας του στο σουτ. Eίναι, όμως, πλήρης σε όλα τα υπόλοιπα στοιχεία του παιχνιδιού. Τόσο πλήρης, ώστε αν είχε καταφέρει να φτιάξει το σουτ του, πιθανότατα θα είχε παραμείνει στο ΝΒΑ, έστω ως αναπληρωματικός.

Το ποιος θα είναι ο ηγέτης της επόμενης μέρας, είναι μια απάντηση που δόθηκε εντέλει στο παρκέ μέσα από την πίεση αγώνων χωρίς αύριο.

Το δυστύχημα είναι ότι τώρα που ξεκαθάρισαν τα πράγματα και οι ρόλοι άρχισαν να μοιράζονται, κανείς από το υπάρχουν ρόστερ δεν θα είναι παρών στους προκριματικούς αγώνες του Νοεμβρίου και του Φεβρουαρίου για το παγκόσμιο κύπελλο της FIBA λόγω της διαμάχης της διεθνούς ομοσπονδίας με την Ευρωλίγκα. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία…

Related Post